Η εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις κρυστάλλινες θάλασσες, τα καθαρά τοπία και τη μεσογειακή γαστρονομία. Κάτω όμως από αυτή τη βιτρίνα, μια βιομηχανία που αναπτύσσεται αθόρυβα αλλά με εκρηκτικούς ρυθμούς απειλεί να αλλοιώσει ριζικά αυτό το πρόσωπο της χώρας. Οι ιχθυοκαλλιέργειες παρουσιάζονται από την πολιτεία και τον κλάδο ως «λύση» στην υπεραλίευση, μια μορφή παραγωγής τροφής που θα καλύψει την αυξανόμενη ζήτηση. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σκοτεινή: περιβαλλοντική καταστροφή, συγκρούσεις με τον τουρισμό, εξευτελιστικά μισθώματα δημόσιας γης και αποκλεισμός των τοπικών κοινωνιών από τη λήψη αποφάσεων.
Οικολογικές πληγές κάτω από την επιφάνεια
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται το ίδιο το μοντέλο παραγωγής. Για να παραχθεί ένα κιλό εκτρεφόμενης τσιπούρας ή λαβρακιού χρειάζονται περίπου 1,2 κιλά άγριων ψαριών, κυρίως μικρά πελαγικά είδη όπως γαύρος και σαρδέλα. Έτσι, αντί να μειώνεται η πίεση στα ιχθυαποθέματα, οι ιχθυοκαλλιέργειες απορροφούν τεράστιες ποσότητες θαλάσσιων πόρων, στερώντας τροφή από φτωχότερες κοινωνίες που βασίζονται στην παράκτια αλιεία για την καθημερινή τους επιβίωση.
Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις είναι εμφανείς και καταγεγραμμένες. Τα ανοιχτά ιχθυοτροφεία, με τους κλωβούς σε κλειστούς κόλπους, απελευθερώνουν τεράστιες ποσότητες οργανικών αποβλήτων. Αυτό οδηγεί σε ευτροφισμό, αποξυγόνωση των νερών και την εμφάνιση επιβλαβών εξάρσεων φυτοπλαγκτού. Τα φαινόμενα αυτά πνίγουν τη θαλάσσια ζωή και μετατρέπουν υγιείς οικολογικές ζώνες σε νεκρές θάλασσες.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η καταστροφή των λιβαδιών ποσειδωνίας, αυτών των «πνευμόνων» της Μεσογείου που δεσμεύουν άνθρακα και φιλοξενούν πλούσια θαλάσσια βιοποικιλότητα. Παρά τις αυστηρές νομικές απαγορεύσεις, αρκετές μονάδες λειτουργούν πάνω σε λιβάδια ποσειδωνίας, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται οικοσυστήματα που χρειάζονται αιώνες για να αναγεννηθούν.